ἑλικίας

ἑλῐκ-ίας, ου, ,
A forked lightning, Arist.Mu. 395a27 (pl.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ελικίας — ἑλικίας, ο (Α) αστραπή ελικοειδής …   Dictionary of Greek

  • ἑλικίας — ἑλικίᾱς , ἑλικίας forked lightning masc acc pl ἑλικίᾱς , ἑλικίας forked lightning masc nom sg (attic epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑλικίαι — ἑλικίας forked lightning masc nom/voc pl ἑλικίᾱͅ , ἑλικίας forked lightning masc dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έλικας — ο και έλικα, η (ΑΜ ἕλιξ, η Α και εἷλιξ, η) 1. σπειροειδής, κουλουριαστή γραμμή 2. κόσμημα σε σχήμα έλικα, βραχιόλι, δαχτυλίδι, σκουλαρίκι 3. το σχήμα με τις συστροφές τού όστρακου τού κοχλία 4. οι συστροφές τών εντέρων 5. νηματοειδές τμήμα τού… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.